Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Τούρτα αμυγδάλου ...χειροποίητη και κλασσική

Από την κ. Αναστασία Τζαχρήστου - Χαλκίδα
Η συνταγή είναι της μητέρας μου από πολύ παλιά



ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΤΑ
8 αυγά
1 φλυτζάνι του τσαγιού ζάχαρη
1 φλυτζανάκι του καφέ κονιάκ
2 φλυτζάνια τσαγιού αμύγδαλα[οχι καθαρισμένα]
1 φλυτζάνι τσαγιού φρυγανιά
3 κουταλάκια γεμάτα μπαίκιν πάουντερ
1 κουταλιά του γλυκού κανέλλα
1 κουταλάκι γλυκού βανίλια

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Κτυπώ τους κρόκους με τη ζάχαρη και το κονιάκ.
Σε ένα μπωλ έχω ανακατέψει καλά τα αμύγδαλα χονδροκομμένα, τη φρυγανιά, το μπαίκιν πάουντερ, την κανέλλα, την βανίλια.
Τα ρίχνω στους κρόκους και τα κτυπώ πολύ καλά. Σε ενα ταψάκι έχω στρώσει λαδόκολλα και ρίχνω τα υλικά για να ψηθούν σε μέτριο φούρνο για μισή ώρα

ΣΙΡΟΠΙ
Υλικά
1 φλυτζάνι τσαγιού ζάχαρη.
1\2 φλυτζάνι τσαγιού νερό.
Κανέλα
2 σταγόνες λεμόνι. Το βράζω για 2-3 λεπτά
Για να ρίξω το σιρόπι πρέπει η αμυγδαλότουρτα να είναι ζεστή και το σιρόπι κρύο

ΚΡΕΜΑ
Υλικά
1 Πατισερί κρέμα
2 φλυτζάνια τσαγιού γάλα
2 κουταλιές σούπας ζάχαρη.
2 κουταλάκια του γλυκού κόρν φλάουερ
1 αυγό

ΕΠΙΚΑΛΥΨΗ : Σαντιγύ με 4 κουταλιές ζάχαρη άχνη και βανίλια

ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗ

Χωρίζω με μια κλωστή το παντεσπάνι και βάζω στη μέση την κρέμα όταν αρχίζει να πήζει βάζω το επάνω παντεσπάνι. Την αφήνω να παγώσει πολύ καλά γιαυτό είναι προτιμότερο να γίνεται από την προηγούμενη μέρα.
Οταν είναι έτοιμη διακοσμώ με κορνέ την τούρτα και τρίβω σοκολάτα ή ρίχνω τρούφα.
Είναι λίγο δύσκολο αλλά αξίζει τον κόπο

ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ !!!

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Καλαμαράκια γεμιστά με σάλτσα ούζου

Από την κ. Ελένη Ζορμπά - Χαλκίδα



Υλικά..
1 κιλό καλαμαράκια μέτριου μεγέθους καθαρισμένα.
300 γραμμάρια φρέσκα κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα
1 ματσάκι άνηθο.
μια κούπα ρύζι γλασέ .
1 νεροπότηρο ούζο.

Εκτέλεση
Κόβουμε τα πλοκάμια του καλαμαριών πολύ ψιλά βάζουμε ελαιόλαδο σε ένα τηγάνι και τα ρίχνουμε μέσα προσθέτουμε το κρεμμυδάκι τον άνηθο ψιλοκομμένο τα φέρνουμε μια δυο βόλτες και στη συνέχεια ρίχνουμε το ρύζι σβήνουμε με το μισό ούζο.
Στη συνέχεια γεμίζουμε τα καλαμαράκια με το υλικό αυτό και τα τοποθετούμε σε μια μικρή γάστρα,ρίχνουμε λαδάκι, αλάτι, πιπέρι, και νεράκι 4 κούπες τα σκεπάζουμε και τα ψήνουμε στο φούρνο στους 160 βαθμούς πάνω κάτω για μια ώρα περίπου ,10 λεπτά πριν τα αποσύρουμε από το φούρνο ρίχνουμε το υπόλοιπο ούζο.

Καλή επιτυχία..

ΣΧΟΛΙΑ

Eleni Zorba : Οδηγίες προς ναυτιλλομένους για το γέμισμα των καλαμαριών : Κρατάμε με το αριστερό χέρι το καλαμάρι έχοντας τον αντίχειρα στη μέσα μεριά του καλαμαριου.Τώρα χρειαζόμαστε ένα ένα μικρό  κουταλάκι ή με το χέρι τα γεμίζουμε, οδοντογλυφίδες για να τα κλείσουμε και δεν τα γεμίζουμε μέχρι πάνω !!!!!

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Κοπεγχάγη : το παραδοσιακό γλυκό της Εύβοιας


από την κ. Σοφία Μούτσου - τ. Δήμαρχο Στυρέων




Υλικά για την βάση:
400 γρ. αλεύρι
250 γρ. βούτυρο και λίγο επιπλέον για το ταψί
1/2 κουταλάκι μπαίκιν
6 κουταλιές σούπας κορν φλάουρ
170 γραμμάρια ζάχαρη
1 συσκευασία βανίλια

Υλικά για τη γέμιση:
7 μεγάλα αυγά
1 κούπα χοντροκομμένα αμύγδαλα με το φλούδι
1 κούπα και λίγο ακόμα τριμένη γαλέτα ή φρυγανιά:
1 κουταλάκι του γλυκού μπαίκιν
Λίγη κανέλα - Λίγο γαρύφαλλο σκόνη (από 1 κουταλάκι του γλυκού
λίγο κονιάκ για το άρωμα

Υλικά για την κάλυψη
6 φύλλα κρούστας
100 γραμμάρια βούτυρο λιωμένο

Υλικά για το σιρόπι
3 φλυτζάνια ζάχαρη - 3 φλυζάνια νερό - 1 γεμάτη κουταλιά χυμό λεμόνι

Εκτέλεση :
Βουτυρώνουμε ένα μέτριο ταψί. Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 200 βαθμούς. Ετοιμάζουμε πρώτα τη βάση του γλυκού αναμειγνύοντας όλα τα υλικά σε ένα μπωλ και προσθέτουμε το βούτυρο σε κομματάκια.
Η ζύμη που φτιάχνουμε πρέπει να τρίβεται σε μικρά μικρά κομματάκια όπως ο τραχανάς. Κάνουμε αυτή τη διαδικασία με τα χέρια χωρίς μίξερ. Απλώνουμε το μείγμα αυτό στον πάτο του ταψιού, πατάμε ελαφράμε το χέρι και ψήνουμε τη βάση στο φούρνο περίπου 10 λεπτά. Την αφήνουμε να κρυώσει ελαφρά και ετοιμάζουμε τη γέμιση.
Μειώνουμε τη θερμοκρασία του φούρνου στους 165 βαθμούς.
Χτυπάμε τα αυγά με την ζάχαρη πολύ καλά. Ανακατεύουμε μετά όλα τα άλλα υλικά της γέμισης και τα ρίχνουμε στο μείγμα των αυγών ανακατεύοντας ελαφρά.
Ρίχνουμε τη γέμιση στο ταψί να πάει παντού.
Απλώνουμε από πάνω ένα φύλλο, το βουτυρώνουμε και στη συνέχεια όλα με τον ίδιο τρόπο και όταν τελειώσουν και βουτυρώσουμε το τελευταίο με ένα κοφτερό μαχαίρι χαράζουμε σε λωρίδες και ότι περισσεύει το αφαιρούμε
Ψήνουμε την Κοπεγχάγη στους 165 βαθμούς για λιγώτερο από μία ώρα (50 - 55 λεπτά) μέχρι να ροδίσει.
Βράζουμε το νερό με τη ζάχαρη για το σιρόπι για 5 λεπτά προσθέτοντας λίγο πριν το κατεβάσουμε και το λεμόνι και το αφήνουμε να κρυώσει μέχρι να είναι χλιαρό.
Οταν ψηθεί το γλυκό το σιροπιάζουμε με χλιαρό σιρόπι.
Το αφήνουμε να κρυώσει ξεσκέπαστο να μείνει τραγανό το φύλλο.

ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Ομελέτα ...αρχαία

Από την κ. Αριστέα Τόλια - Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Ομελέτα των αρχαίων Ρωμαίων

Πρωτότυπο κείμενο:
patina de asparagisadicies in mortario asparagorum praecisuras, quae proiciuntur, teres, suffundes vinum, colas. teres piper, ligusticum, coriandrum viridem, satureiam, cepam, vinum, liquamen et oleum, sucum transferes in patellam perunctam, et, si volueris, ova dissolves ad ignem, ut obliget. piper minutum asparges. 
(Απίκιος 4,2)

Ομελέτα με σπαράγγια

Βάζεις στο γουδί τις άκρες των σπαραγγιών, που εξέχουν, τις τρίβεις, τις ραντίζεις με κρασί και τις σουρώνεις. Τρίβεις πιπέρι, λιγυστικό, πράσινο κορίανδρο, θύμβρα, κρεμμύδι, κρασί, liquamen και λάδι, μεταφέρεις τον χυλό σε τηγάνι αλειμμένο ( με λάδι) το βάζεις στη φωτιά και, αν θέλεις, προσθέτεις αυγά για να δέσει. Πασπαλίζεις με ψιλοτριμμένο πιπέρι



Καλή επιτυχία!

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Η μακαρονάδα του τσοπάνη

Από την κ. Σοφία Κόλλια - Κάρυστος
Μακαρονάδα στο τηγάνι στο κονάκι.


Τα παλιά χρόνια, ίσως και τώρα μερικές φορές, μαγειρεύουν μακαρονάδα στα κονάκια με τον εξής τρόπο : 
Βάζουν λίγο βούτυρο και νερό, όταν βράσει κόβουμε τα μακαρόνια και τα βάζουμε στο τηγάνι. Ανακατεύουμε και ρίχνουμε σταδιακά κεφαλοτύρι τριμμένο. Όταν είναι έτοιμα, λιώνουμε ακόμα λίγο βούτυρο ανακατεύουμε να λιώσει και βάζουμε ακόμα μια στρώση τυρί τριμμένο. Φυσικά τρώγεται αμέσως....

Την συνταγή μου την έδωσε ο Γιάννης Μυλωνάς.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Αρνί πιλάφι : το παραδοσιακό φαγητό του γάμου και της Κυριακής

Από την κ. Σοφία Μούτσου - τ. δήμαρχο Στυρέων
Το πεντανόστιμο αυτό φαγητό συνηθιζόταν πολύ στους γάμους της νότιας Εύβοιας αλλά και στο κυριακάτικο τραπέζι. Το μυστικό της νοστιμιάς του είναι το άρωμα του φρέσκου βούτυρου και φυσικά το ντόπιο κρέας. 

            

Για 4 άτομα θα χρειαστούμε :
2 κιλά αρνί
1 φλυτζάνι τσαγιού ρύζι (κατά προτίμηση γλασέ για να χυλώσει)
ελαιόλαδο για το τσιγάρισμα του κρέατος
2 κουταλιές σούπας βούτυρο γίδινο
1 κουταλιά σούπας ντοματάκια ψιλοκομένα
1 κουταλιά σούπας πελτέ ντομάτας
αλάτι - πιπέρι
μπαχάρι (3-4 κόκκους).

Πώς το φτιάχνουμε :
Κόβουμε το κρέας σε μερίδες και τις τσιγαρίζουμε σε λίγο ελαιόλαδο από όλες τις μεριές. Λίγο πριν ολοκληρωθεί το τσιγάρισμα προσθέτουμε το φρέσκο βούτυρο να πάρει άρωμα το κρέας και να ανακατεύουμε να πάει παντού. Εν συνεχεία προσθέτουμε 2 μεγάλα ποτήρια νερό, τα ψιλοκομμένα ντοματάκια, τον πελτέ, το αλάτι, το πιπέρι και το μπαχάρι. Αφήνουμε το κρέας να βράσει σε αυτό το ζωμό μέχρι να μαλακώσει καλά προσθέτοντας νερό αν χρειαστεί και ανανεώνοντας το αλατοπίπερο ανάλογα αν χρειάζεται.
Οταν δούμε ότι το κρέας έχει μαλακώσει αρκετά ελέγχουμε πόσο ζωμό έχει η κατσαρόλα και αν χρειαστεί προσθέτουμε νερό με πελτέ που έχουμε ζεστάνει προηγουμένως ώστε να μη διακόψει το βρασμό. Ρίχνουμε μέσα στο ζωμό το ρύζι που έχουμε πλύνει προηγουμένως, χωρίς να βγάλουμε το κρέας, και φροντίζουμε να υπάρχει επαρκές υγρό να το σκεπάζει. Το αφήνουμε να σιγοβράσει προσέχοντας να μην κολλήσει στην κατσαρόλα και να χυλώσει ωραία.

Η γεύση του φαγητού αυτού θα σας μείνει αξέχαστη αν δώσετε σημασία στις λεπτομέρειες που αναφέραμε. Είναι πολύ απλό φαγητό αλλά από εκείνα που ξετρελλαίνουν και τους πιο απαιτητικούς...

ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ !!!



Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Ο μαγικός Καβοντόρος

Τέσσερεις εκπληκτικές φωτογραφίες του Καβοντόρου από την κ. Μαρία Γκάγκωση που θα μπορούσαν να έχουν θέμα "Τοπίο στην ομίχλη" και να εκτεθούν σε διεθνή προβολή !!!
Πραγματικά το αξίζουν καθώς αναδεικνύουν τις κρυμμένες ομορφιές του μυστηριακού, ατμοσφαιρικού και μεγαλειώδους Καβοντόρου της νότιας Εύβοιας που τόσο λίγο γνωρίζουμε .......
Με κάποιους στίχους βάζουμε τίτλους......

Περπατώντας στην ανάσα του ονείρου....(Ο. Ελύτης)
Επεφτε βαθειά σιωπή στο παλιό μας δάσος .....(Λ. Παπαδόπουλος)
Το κονάκι του παππού ήταν μια όαση....(Χατζηκυριάκος - Γκίκας)
                                   
Κατά το πλάγιασμα της βροχής... (Γ.Σεφέρης)



Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Παραδοσιακό γιαούρτι

Η συνταγή προέρχεται από τον Συνεταιρισμό Γυναικών "Η ΑΒΑΛΩΝΑ" πρώην δήμου Αυλώνος και μας δόθηκε από τον κ. Σταμάτη Μούντριχα


Χρειαζόμαστε :
5 κιλά φρέσκο πρόβειο γάλα
1 κουταλιά της σούπας πρόβειο γιαούρτι 3 ημερών

Πώς το φτιάχνουμε :
Βράζουμε το γάλα μέχρι να φουσκώσει. Το κατεβάζουμε από την φωτιά και το αφήνουμε να κρυώσει, μέχρι να φτάσει σε θερμοκρασία 18 βαθ. C. Oι παλιοί βάζανε το δάχτυλο και με την εμπειρία τους καταλαβαίνανε την σωστή θερμοκρασία. 
Διαλύουμε την κουταλιά του γιαουρτιού σε ένα ποτήρι του κρασιού με νερό (αυτό λειτουργεί ως μαγιά. Το ρίχνουμε στο βρασμένο και κρυωμένο γάλα και ανακατεύουμε πολύ καλά. Μοιράζουμε το γάλα σε κεσεδάκια και το αφήνουμε σε ζεστό περιβάλλον (40- 50 βαθ.C).
Σε τρείς- τέσσερις ώρες είναι έτοιμο.


Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Παραδοσιακές μαρμαρίτες Σκύρου για τα Θεοφάνεια

Μαρμαρίτες γίνονται σε πολλά νησιά του Αιγαίου
Η ιστορία: Κατά την παράδοση, όταν έψηναν οι γυναίκες τις μαρμαρίτες, οι καλλικάντζαροι σκαρφάλωναν πάνω στις ταράτσες των σπιτιών, έχωναν το χέρι τους από την καμινάδα, το κρεμούσαν ως κάτω (οι καλλικάντζαροι υποτίθεται ότι μπορούσαν να μακραίνουν όλο θέλουν τα χέρια και τα πόδια τους) και παρακαλούσαν τραγουδιστά να τους δώσουν κανένα κομμάτι. Αν τους έδιναν, έβγαζαν το χέρι, έπαιρναν τη μαρμαρίτα και έφευγαν.
(Πληροφορίες από το βιβλίο της Νίκης Λ. Πέρδικα, «Σκύρος» - Τόμος Ι (Αθήναι, Τύποις «Πυρσού» Α.Ε., 1940)


Οι μαρμαρίτες είναι πίτες που φτιάχνουν οι νοικοκυρές την παραμονή και ανήμερα των Φώτων. Εχουμε 2 είδη, τις νηστίσιμες που γίνονται την παραμονή των Φώτων με σταφίδες και κόκκινη κολοκύθα και τις κανονικές που γίνονται με μυζήθρα ή τυρί και κόκκινη κολοκύθα για την εορτή των Φώτων. Οι Σκυριανές νοικοκυρές τις ψήνουν σε μεγάλα κεραμίδια ή τούβλα μέσα στο τζάκι .

ΥΛΙΚΑ
Μισή κολοκύθα μέτρια (1 κιλό)
1 κρεμμύδι τριμμένο
100 γραμμ κεφαλογραβιέρακανέλα
μπαχάρι σκόνη
1 κουτ. γλυκού ξερό δυόσμο
αλάτι, πιπέρι
1 φλ. του καφέ λάδι
½ κιλό ζύμη για φύλλο

Για τη γέμιση:
Τρίβετε το κρεμμύδι και το τυρί. Καθαρίζετε την κολοκύθα, βγάζετε τα σπόρια και τις ίνες, κόβετε σε κομμάτια. Βάζετε τα κομμάτια της κολοκύθας να βράσουν για να μαλακώσουν και μετά την κάνετε πουρέ στο μίξερ.Οπως είναι ο πουρές της κολοκύθας βάζετε αλάτι, λίγη κανέλα, μπαχάρι σκόνη, ξερό δυόσμο, πιπέρι, λίγο τριμμένο κρεμμύδι και τα σοτάρετε σε ένα τηγάνι με λίγο λάδι. Προσθέτετε στο μείγμα το τυρί, ανακατεύετε καλά και το αφήνετε λίγο να σταθεί.
Οταν περάσει λίγη ώρα ρίχνετε αλεύρι στο πλαστήρι σας ή στο τραπέζι που δουλεύετε, παίρνετε λίγη ζύμη και με τον πλάστη ανοίγετε μικρές πιτούλες. Σε κάθε πίτα που ανοίγετε βάζετε μια κουταλιά με γέμιση, πασπαλίζετε με τριμμένο τυρί και κλείνετε καλά την πιτούλα όπως κάνουμε στις τυρόπιτες.

Η συνταγή έγινε στη Σκύρο για την εκπομπή του Ηλία Μαμαλάκη "Μπουκιά και συχώριο"

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Τα παλιά χρόνια στο λιοτρίβι


Γράφει και διηγείται ο κ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΜΟΥΝΤΡΙΧΑΣ  -  Αη Γιώργης Αυλωναρίου
Το κείμενο απεικονίζει την τρόπο που έβγαινε το ελαιόλαδο στο λιοτρίβι και τη ζωή του χωριού γύρω απ' αυτή τη τόσο σημαντική διαδικασία, γραμμένο στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα. 



 "Παραδοσιακή ζωή"
χειροποίητο χαλί μικρών διαστάσεων

Ο καρπός στα ταρπιά ήτανε μανεμένος. Κόμα δεν είχαμε βάλει ραβδιστήρα, αλλά είχαμε μπιτήσει πάνου πο τριάντα ξάγια μονάχα πο τη χαμάδα. Άμα κούμπαγες πόξου τα ταρπιά θα καταλάβαινες πο την πύρα ότι το πράμα δεν παίρνει αναβολή. Άσε που η τσιγκίλα σου τρύπαγε τα ρουθούνια. 
Το δίχως άλλο ταχιά, θα ΄πρεπε να πάρομε σειρά στο λιοτρίβι, ειδάλλως θα γενόντανε ντίπου κοπριά στην αυλή και τσάμπα ο κόπος μας. Εντάξει ο Μήτσος ο Δεσπότης ο λιοτριβάρης, θα μας έκανε στην αρχή το ζόρικο, ότι τάχαμου δεν προκάνει, αλλά στα τελευταία, θα μας έλεγε με ύφος συνωμοτικό και στ΄αυτί, πως θα μας έβαζε μπροστά πο άλλους που είχανε κρατημένη σειρά. Δε βαριέσαι, το ίδιο έλεγε σε ούλους, μη χάσει κανένανε. Μας έκανε χάρη μαθές. Τόσα χρόνια, το μάθαμε το παραμύθι του πλέα.
Η μαύρη η αλήθεια ήτανε, πως και μείς καρτεράγαμε πότε θα βρέξει, μην πάει και η μέρα μας χαμένη στο λιοτρίβι, αλλά παρά τα σημάδια και τις αποτυχημένες προβλέψεις του Τίγκα, ο Μεγαλοδύναμος δεν έλεγε να μολύσει τις κάνουλες τ΄ουρανού. Είπαμε, όντες ο άθρωπος κάνει λογαριασμούς, ο Θεός γελάει. Αυτός έχει και το μαχαίρι, αυτός έχει και το πιπόνι. Λογαριασμό δεν έχει να δώσει σε κανένανε. Θέλει βρέχει, θέλει χιονίζει, θέλει ήλιο βγάζει και σκάει ο τζίτζικας. Κουμάντο θα μας βάλει;
Όπως ακριβώς τα λογαριάζαμε, έτσι και γενήκανε. " Ανεψάκι μου για το χατήρι σου" και τα ρέστα. Πρωτού ο Θεός χαράξει τη μέρα του, φορτώσαμε τα ταρπιά στο γαϊδούρι και τραβήξαμα γραμμή για το λιοτρίβι, στ΄ Αφεντικά. 
Ούλοι στα πόστα τους, ολοβούτηχτοι, σα λαδωμένοι ποντικοί. Ο Δεσπότης στ΄αλώνι, ο Τσόρκος τσαντηλιάρης, η Παναγιού στο κακαβοστάσι να σουνταβλεί τη φωτιά για να κάμει θερμό, ο Μιχάλης στην πυρίνα κι ο Γιώργης ο Δεσποτάκος στο πυθούλι με την αγκυλιά και στο ζύγι. Η χρονιά ήτανε λαδιάς και όντες ήτανε, δεν έπερνε κανένας το δικαίωμα, λέπεις.
Δουλειές με φούντες κι εχτός πο τις δουλειές και κέφι και καλαμπούρι. Ο Σεραφής, φόρτωνε τις λαδίκες και δεν έχανε καιρό να τσεντάει πότε τον ένανε και πότε τον άλλονε. Του μπαρμπα- Γιώργη του Καπετάνιου τα παιδιά, τρία κορίτσα κι ένα παληκάρι, είχανε βουτηχτεί για την μπουκουβάλα. Μονάχα η Λένη -θράσο πράμα- στεκότανε φρόνιμη σε μία ακρη και δεν έβγαζε άχνα. Της Κατίγκως πάγαινε η στομάρα της πολυπορδείο. Μωρέ είναι μία κόφτρα αυτή, ο Θεός να φυλάει το Μεγαλοδύναμο. Ήρτε και ταίριασε φιλί-κλειδί με τη μικρή την Αργυρή. " Γιατί, γιατί, γιατί " τσίριζε και χτύπαγε τα ποδάρια της στο χούμας. "Μονάχα αυτό το μονάντερο θα τρώει μπουκουβάλα; Εγώ στο πηγάδι κατούρησα; "
- Μη ρεκάζεις μαρή έτσι δα, έκανε σφιριχτά μέσα πο κάτι λίγα δόντια που της είχανε πομείνει, η μάνα τους η Όλγα. Μάζεψε μαρή τα ποδάρια σου που πατείς τις ελιές και τις έχεις κάμει σκλατσάδα. Τον αδερφό σου δεν τονε λέπεις που κάθεται Παναγία; Δεν ακούνε ρε!! Σταθείτε τώρα να περάσει ο γανωτής να σας βάλει στο τσουβάλι. Πρεπάσες.
- Ναί μωρε. Αυτός κάθεται στ΄αβγά του, γιατί έχει καμουμένα τη δουλειά του. Τρείς φετάρες μπουκουβάλα έχει χάψει.
- Αστοδιάλο μαρτυριάρα. Φοράδα. Γκιόσα ε γκιόσα.
-Να πάεις και να μη γυρίσεις και στο δρόμο να ψοφήσεις. Κατσικομούνουχο. Σώνει και καλά να σου περάσει, αφερέγγυε, πανάθεμα το γινάτι σου.
Πέφτανε βροχή τα στολίσματα και που κι ανάρια έπεφτε και καμία ξανάστροφη. Τίποτες όμως δεν ήτανε μπορετό να κόψει στη μέση την αλυσίδα της δουλειάς.
- Γιούργια. Χουνηθείτε να τελέψομε το στάμα, φώναζε ο Δεσπότης. Αργήσαμε και όπου να ΄ναι θα καταφτάσουνε οι Κρεμαστιανοί και θα μας πάρουνε με τις πέτρες.

Το αλώνι του λιοτριβιού συντηρημένο σήμερα στολίζει κήπο
Από το λιοτρίβι Βραχνού στον Αλμυροπόταμο  
Το φαί στο αλώνι, είχε γενεί αλοιφή. Τό άλογο έφερνε υπομονετικά τον ατελείωτο γύρω του. Ο Τσόρκος έσπαγε την πυρήνα μέσα στα τσαντίλια και τα άδειαζε στα καλαμένια ταρπιά να είναι έτοιμα για το δεύτερο χέρι. Η Παναγιού με την αγκυλιά θέρμαγε τα τσαντίλια και με το θυμάρι σκούπιζε τις μυλόπετρες να μην πομείνει καθόλου φαί. Κράκ- κράκ έκανε το κλειδί στην καστάνια και το έμπειρο αυτί του Δεσπότη καταλάβαινε πο τον κρότο, πόσο έπρεπε κόμα να σφύξει το πιεστήριο.
Σαν άρχιζε το στύψιμο, λειωμένο χρυσάφι έτρεχε στην πέτρινη γούρνα και ανέβαινε στον αφρό το λαδάτσι, πιό αλαφρύ, ξεχώριζε πο τη μούργα. Το βλογημένο το λάδι. Αυτό το δώρο του Θεού, γιόμιζε το πυθούλι και στερνά τα πιθάρια των νοικοκυραίων. Και το φαρμάκι της ελιάς του βράχου και της πέτρας, ανακατωμένο με τον έδρωτα του αθρώπου, γενότανε θροφή, γλυκιά θροφή π΄ανάστησε γενιές κι έθρεψε τον κοσμάκη. Το λάδι, που αντάμα με το σφογγό, τη λαχανίδα και την Ελληνική ψυχή, μπαλέψανε τον Ναζισμό και νικήσανε της κατοχής την πείνα.
- Άντεστε να νετάρουμε, να ρίξουμε του Γιώργη, χούγιαζε στους αλλουνούς ο μπαρμπα-Μήτσος.
-Εσύ μας είπες για Κρεμαστιανούς και τώρα μας φανέρωσες το Γιώργη; Πολύ μας ανακατώνεις Μήτσο, θα χάσομε τη σειρά και θα γενεί πάλε καμία παραξήγηση, έκανε η Παναγιού.
- Σάματι ρε μπόσικη, πο που κρατάει η σκούφια του Γιώργη; Ο παππούς του ο Προκόπης πο τον Κρεμαστό δεν ήτανε ρε μουσκάρι;
Έτσι τα δικαιολόγησε ο Δεσπότης που πήραμε τη σειρά των αλλωνώνε κι ο Μιχάλης χαμογέλασε κάτου πο τα μουστάκια του με κατανόηση και μου ΄κλεισε το μάτι, γιατί μας συμπάθαγε και εχτιμούσε πολύ τη συγγένεια.

Το πιεστικό μηχάνημα του λιοτριβιού, η Βίδα.

Όμως " φείδου χρόνου" που θα πεί πως ο χρόνος είναι πολύτιμος και καμία σκέση δεν έχει με την εξήγηση του συμμαθητή μου του Μπέλλου που πίστευε "'ότι σημαίνει ότι άμα δεν σε φάει το φίδι φέτος, θα σε φάει του χρόνου"
Καλά αυτός μία δόση που τονε αρώτηξε ο Δαματόπουλος να του πεί τους αιτιολογικούς σύνδεσμους και του ψυθίρισε πο πίσου ο Γκαρούτσος "τοιγάρ τι, τοιγαρούν." αυτός δεν άκουσε καλά και είπε " τη γάτα τη βαρούν" και κει χάμου που ο Αρχιμήδης είπε " δος μοι πα στώ και ταν γαν κινήσω", ο Μπέλλος έλεγε " δωσμου παστό και θα στο τηγανίσω". Ήθελε να πάει και στον Κρόνο να σπουδάξει, ο άσκετος. Δω χάμου ο Κρόνος έφαγε τα παιδιά του, τον Μπέλλο θα άφηνε.
-Άντε παληκαράτσι μου, μου κάνει ο πατέρας μου, μόλις κατεβάσαμε τα ταρπιά. Τράβα να καλιβώσεις τη γαϊδούρα, μέχρι να τελειώσομε πο το λιοτρίβι. Χασομερίσαμε που χασομερίσαμε, μην πάει η μέρα μας ντίπου χαμένη.
- Ασε πατέρα, θα πάου αύριο, διαμαρτυρόμουνα εγώ, που δεν ήθελα να χάσου το κλίμα του λιοτριβιού και την μπουκουβάλα.
-Πόσες φορές θα στο που ρε παλιοκερατά; Δεν σου έχου πεί να μην αφήνεις ποτές για αύριο ότι είναι να κάνεις σήμερο; Αύριο, το σήμερα θα είναι χτές. Άντε λεβέντη μου, με καλόπιανε, πάγαινε σε όποιονε σου κάνει κέφι. Θέλεις στον Ποστόλη του Τσαλεμιγκή, θέλεις στο Νικολό τον Κρόκο.
Διάλεξα τον Νικολό, γιατί στου Τσαλεμιγκή φοβόμανε να περάσου πο του Γάντζου, γιατί μου κούναγε το μοναδικό μικρό του δαχτυλάκι, αυτό που του είχε πομείνει πο τότες που έσκασε ο δυναμίτης μέσα στα χέρια του, και μου έκανε " κικιρικου-μπούμ" Άσε που πέρναγε πο το μυαλό μου η ιστορία ότι ο Γάντζος στην κατοχή, ξέθαψε πεθαμένο για να του πάρει τα παπούτσα. Κόντεψα να τελειώσου το Γυμνάσιο μέχρι να γενούμε φίλοι με τον μπάρμπα-Κώστα.
Παγαίνοντας για του Κρόκου παντηθήκαμε με την Παπαγιώργαινα που μ΄ενα μπλόχερο μολώχια, πάγαινε να ταγίσει τα κουνέλια. Επειδής αυτά καθυστερούσανε να βγούνε πο τις τρούπες που ήτανε πιότερες πο τις γαλαρίες της Δεής, τά κραζε " κουνι-κουνι-κουνι " πο τα μακριά, να προκάνουνε τις κότες που άμα βλέπανε χλορουσά, δεν αφήνανε τίποτες. " Ξε-ξε-ξε", φώναζε η Παπαγιώργαινα και απο ένα τσούρμο κότες, ξεχωρίζανε οι ξένες και τρέχανε φοβισμένες για τα δικά τους κοτέτσα. Μυστήριο πράμα!!!
Το μπάρμπα Νικολό, τονε πέτυχα να πολεμάει μ΄ένα αλέτρι, μία στο καμίνι, μία στ΄αμώνι. Και δόστου να φυσάει με το φυσερό και ματαδόστου να χτυπάει το κοκκινισμένο σίδερο με το σφυρί και να το γυρίζει με την τσιμπίδα, μπας και φέρει στα ίσα του το υνί.
-Καλημέρα μπαρμπα Νίκο. Με έστειλε ο πατέρας μου να μας καλιβώσεις τη γαϊδούρα.
-Καλως το συγγενή. Αμέσως τελειώνου. Δε μου λέεις, είναι ήμερο το ζο ή πρέπει να του βάλου διαβασά;
-Εμένα με γνωρίζει. Μη σε μέλλει, θα την κρατού εγώ πο το καπίστρι.
-Κανόνισε φουκαρά μου να είναι κακόδεχτη, να μας πλακώσει στις κλωτσές. Γιά να δούμε τα νύχια; Όχι τα δικά σου ρε μπούφο, τι πλώνεις τα χέρια; Αααα, είναι ότι πρέπει. Ξέρεις το καλοκαίρι, χρειάζεται να τα βρέχεις, να πομείνουνε ώρα με το νερό , μέχρι να μαλακώσουνε. Τώρα όμως με τις βροχές, έχουνε μαλακώσει πο μοναχά τους. Σου είπανε τι καλίβωμα θέλετε;
-Που θέλεις να ξέρου εγώ ρε μπάρμπα;
- Ασε, θα τονε περιποιηθού εγώ τον ξάδερφο. Θα κάνου το Γερμανικό στα πισινά ποδάρια με τα ανοιχτά τα πέταλα και στα μπροστινά θα βάλου πλάκες. Έξε καρφιά, τρία ποδώ, τρία ποκεί κι όξου πο την πόρτα. Για ένα χρόνο δε θα ματαχρειαστεί να τηνε ξαναπεταλώσετε. Θα σας έκαμα θερμή πετάλωση με το σατράνι που κάνουνε στα μουλάρια στο στρατό, αλλά δεν υπάρχει λόγος. Δικοί μου άθρωποι είσαστε και δεν θέλου να κάμετε περίσσα έξοδα.
-Όπως νομίζεις, εσύ ξέρεις.
-Για πιάσε πο κεί την καγιάρα. Έτσι σιγά, με το μαχαίρι να του κόψομε πρώτα τα νύχια, που κοντεύουνε να γενούνε σαν του γερακιού. Ετσι μπράβος. Πιάσε και το σφυρί με τα καρφιά. Δω χάμου θέλου να μου κρατείς καλά το ζουντανό, μη στραβοπατήσει και δεν μπεί σωστά το καρφί. Στερνά θα παγαίνει σαν τον Μινέα πο τα Χάνια, που έχει ξύλινο ποδάρι. Δεν είναι καιρός τώρα για τέτοια. Άμα κουτσαίνει το γαϊδούρι ρε θεομπαίχτη, πως θα βγάλετε πάνου τις ελιές πο τον Κάραβο και πο την Άγια Κεριακή που είναι γκρεμίλες; Δώ το νού σου, μη χαζεύεις σου είπα. Α μπράβος. Ούλα καλά. Τράβα τώρα που σε καρτεράνε στο λιοτρίβι κι άμα δείς να φυλάει κανένα ποδάρι, μη τηνε φορτώσετε. Ματαφέρτηνε πίσου, να δου τι θα κάνου.
Όντες γύρισα πίσου στο λιοτρίβι, γενότανε χαλασμός κόσμου. Ο μπάρμπα Νίκος ο Καντάρης ήτανε στα κέφια του, τραγούδαγε στους αλλουνούς τον "ψύλλο" και το " πέντε ποντικοί βαρβάτοι" και αξίωνε κάθε στοίχο να τονε ματαλέει το φιλοθέαμο κοινό, που ήξερε και έλεγε. Φάνηκε πως τους διάκοψα, ήμανε και μουτρωμένος που είχα χάσει όλη αυτή την κατάσταση, ο μπαρμπα Νίκος με πήρε με το καλό.
-Τι σου κάμανε παληκαράτσι μου και μου είσαι σαν τη συννεφιασμένη Κεριακή; Θέλεις λιγά μπουκουβάλα; Ξέρεις γιατί δεν μπορούνε να καταλάβουνε πως είναι τόσο νόστιμο το ψημένο ψωμί με το λαδι; Θα στο που εγώ να το μάθεις. Για τι το ψωμάτσι είναι ψημένο στην πυρήνα και έχει πάρει το άρωμα της ελιάς και το λάδι είναι κόμα αψύ, άγγουρο, δεν έχει κόμα γλυκάνει. Κατάλαβες; Αυτά που σε μαθαίνου εγώ, όχι η δασκάλα σου η Σοφία δεν τα ξέρει, μήτε η Αριστέα που είναι καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο τα γνωρίζει. Μονάχα εγώ κι ο Δεληπέτρος τα ξέρομε αυτά τα μυστικά. Άντε χρυσό μου παιδάτσι, σκάσε μου ένα γέλι για δεν μπορού να σε λέπου έτσι δα.
-Δεν έχου τα κέφια μου μπαρμπα Νίκο. Εσείς ούλοι-ούλοι τρεις άθρωποι, που βρίσκεται την όρεξη και το γλεντάτε;
- Τρείς άθρωποι και είναι λίγοι για γλέντι ρε μούρλιακα; Δω χάμου η Κουλοθανάσαινα, πάγαινε να φυλάξει τα ζα και έστανε το χορό μοναχή της. Αφού δεν είχε κανένανε να τηνε κρατεί, έδενε κι αυτή ένα δεματικό στο στύλο στο αλώνι και χόρευε τραγουδιόντες. Έδωνε, έπαιρνε, τυλιγιότανε ντίπου το δεματικό στο στύλο κι αφού δεν είχε άλλο περιθόριο, άντε πάλε κατε πίσου μεχρι να ξετυλιχτεί.
Μέσα στην απελπισία μου με τις δουλειές του χωριού, που λίγο-πολύ έχουνε κι αυτές της ελιάς το φαρμάκι, μου πέρασε πο το νού , το πότε θα έρτει η ώρα να πάρου κι εγώ των ομματιών μου για την πρωτεύουσα.
Τη σκέψη μου διάκοψε η βροντερή φωνή του μπαρμα Νίκου που 'λεγε:
- Τί όμορφη που είναι ρε παιδιά η ζωή στο χωριό μας. Τί τέρλα μας κόλλησε και ξενιτευτήκαμε, παρατήσαμε ούλα μας τα καλούδια και πήγαμε να ζήσομε ο ένας πάνου στον άλλονε. 
Να μου το θυμάστε, άμα φύγου για την Αθήνα, θα γιομήσου ένα ταγάρι πέτρες και θα τις σφουντουρίζου στα αυτοκίνητα.


Ψωμί διακοσμημένο με φυσικές ελιές
και σχέδια ελιάς από την Εύβοια   
Λεξιλόγιο :
ταρπιά = κοφίνια
μπιτήσει = τελειώσει
μπουκουβάλα = ψωμί ζυμωμένο με φρέσκο λάδι
αγκυλιά = σκληρή κολοκύθα κομμένη στη μέση που χρησιμο-ποιούσαν για χρηστικό σκεύος υγρών
τσεντάει = πειράζει
ρεκάζεις = φωνάζεις, ξεφωνίζεις
αλώνι = το αλώνι του λιοτριβιού 
να καλιβώσεις = να πεταλώσεις 
σφουντουρίζω = πετάω

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Το αμίλητο νερό και έθιμα της Πρωτοχρονιάς στην Εύβοια





Από τον κ. Γιώργο Μπαμπαλή - Χαλκίδα

Την Πρωτοχρονιά ο πατέρας σηκωνότανε πρωί πρωί. Αν τύχαινε να έχουμε ξυπνήσει και εμείς του μιλούσαμε αλλά αυτός μιλιά από το στόμα του. Είχε το σκοπό του. Επρεπε να πιάσουν οι ευχέςπου θα έδινε. Μετά πήγαινε στη βρύση, γέμιζε μια λεκανίτσα με νερό, έκανε το σταυρό του, σταύρωνε το νερό και κατόπιν νιβόταν με αυτό.
Μετά μας ξυπνούσε όλους "Χρόνια πολλά, καλή χρονιά"φώναζε. Και μετά περνούσε από τον καθένα και έδινε τις ευχές. "Για να έχεις ειρήνη" και μας ράντιζε με ένα κλαδί ελιάς.
"Για να έχεις υγεία" και μας άγγιζε με ένα σίδερο.
"Για να έχεις τύχη" και μας χτυπούσε με μια σκορδίλα.
"Για να σε φωτίζει ο Θεός" και μας έδινε να φιλήσουμε μια εικονίτσα.
"Καλή Χρονιά" μας έλεγε και εμείς του απαντούσαμε "επίσης", ανυπομονώντας να τελειώσουν οι ευχές για να ψάξουμε κάτω από το μαξιλάρι μας. Ξέραμε ότι τη νύχτα είχε περάσει ο Αη Βασίλης και όλο κάτι θα είχε αφήσει. Μετά πηγαίναμε όλοι να νιφτούμε από το αμίλητο νερό για να πάει καλά η χρονιά !!!


Από την κ. Γιώτα Αλούκου - Στύρα
Στα Στύρα όποιος βρει το φλουρί της Βασιλόπιτας, θα πρέπει το πρωί να "χτυπήσει" όλους στην οικογένεια με κλαρί μυρτιάς.


Από την κ. Μάρω Κουκουτσέα Μπουσσίου -Μαρμάρι

Θυμάμαι τον παππού μου να σηκώνεται πρώτος την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, να σπάει πρώτα το ρόδι που ήταν ειδικά διαλεγμένο για την ημέρα και μετά να πάει στο περιβόλι να κόψει ένα κλαδί ελιάς και να έρχεται να μας ραβδίζει όλους ενώ ήμασταν στα κρεββάτια μας ακόμα.
Το ρόδι το έσπαζει για γούρι,για το καλό της νέας χρονιάς και όσοι περισσότεροι κόκκοι ροδιού έβγαιναν τόσο καλύτερη θα ήταν η χρονιά.


Από την κ. Μαρία Ρούπα - Ραπταίοι Μεσοχωρίων 

Στους Ραπταίους όποιος βρεί το φλουρί στη βασιλόπιτα, σηκώνεται χαράματα και κατεβαίνει στη βρύση του χωριού που λέγεται Παλιοκρό (Παλιά Βρύση) χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, ακόμα και να συναντήσει κάποιον στο δρόμο....παίρνει νερό από τη βρύση σε ένα κανάτι, κόβει ένα κλαδί ελιάς και γυρίζει στο σπίτι χωρίς να μιλήσει σε κανέναν αρχίζει και τους ραντίζει όλους καθώς κοιμούνται....το βράδυ στην αλλαγή του χρόνου σπάμε το ρόδι στο κατώφλι του σπιτιού για γούρι....
Απ'έξω από την πόρτα του σπιτιού σε μία γλάστρα ακουμπάμε μία κρεμμύδα ΜΠΟΤΣΚΑ όπως την λέμε στα αρβανίτικα. Αν η κρεμμύδα πιάσει στο χώμα και δεν ξεραθεί σημαίνει ότι η χρονιά θα πάει καλά και τα οικονομικά του σπιτιού θα είναι πλούσια....