Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Το παιδί ο Σταύρος

Γράφει ο κ. Σταμάτης Μούντριχας - Αγιος Γεώργιος Αυλωναρίου


Στο κυμαίϊκο γλωσσικό ιδίωμα....



Όντες πήγα στο Δημοτικό σκολείο του χωριού μου, θελάμαστανε πάνου πο εκατονείκοσι παιδιά. Ετσιδά που τα κάμανε ρόϊδο, ήρτε-ήρτε τσαι σήμερα μήτε σκολείο υπάρκει, μήτε παιδιά. Κάμανε τον κοσμάκη να παρατήσει τα νοικοτσυριά του, να ματακομήσει στην πρωτεύουσα, άλλος να γενεί θυρωρός, άλλος εισπράχτορας στα λεφωρεία, να ζεί τσαι να ζώνεται σάμα τα λεμπούνια στην τρούπα τους, να παγαίνει στη γραμμή τόνα ποπίσου πο τ΄άλλο, δίχως να ξέρει για που τσαι γιατί. Χάθηκε ο κόσμος, γιατί δε φραγκάστη τον νεαυτό του, τη λαϊτσή σοφία που λένε, που πάππου προς πάππου τονε ορμήνευε που ¨ το λεμπούνι που θέλει να χαθεί, κάνει φτερά τσαι φεύγει¨. Ένα λεμπούνι κατάντησα τσ΄εγώ, που δεν νογάει, πως είναι μπορετό, να ζει στην πατρίδα του τσαι να τηνε πεθυμάει.
Τώρα, μπαλεύου να μη λησμονήσου, τα λόγια, τις λέξες, τις συνήθειες, τις μυροδιές, τις γέψες, τα αιστήματα, τους αθρώπους, ότι νομίζου που είναι τσαι δικό μου τσαι μου ανήκει τσαι αγαπάου κόμα τσαι τις πέτρες τσαι τ΄αγκουνάρια του τόπου μου, που πάνου τους είχα ανοίξει μικρός το τσεφάλι μου τσαι το είχα κάμει αγκυλιά. Να μου πάρουνε ότι είναι να μου πάρουνε, μα να μου πάρουνε τσαι την ψυχή τσαι του Θεού ν΄αρέσει!!!!
Εγώ ήμανε μαθημένος, τούτες τις μέρες που σφάζανε το γρούνι, όσοι είχανε, να παγαίνουνε ρεγάλο κανένα κομμάτι τσαι σ΄αυτουνούς που δεν είχανε. Τσαι μην πάει ο νούς σας που περίσευγε σε κανένανε. Τσαι ο Μανάκος που ήτανε παραξηγημένος για ψύλλου πήδημα με τον Κατσόγιαννη τσαι του είχε κόψει τσαι την καλημέρα, πάγαινε σούνταχα να μη τονε πάρει κανένα μάτι τσαι του άφηνε στην οξώπορτα το μερτικό του. Γιατί μπορεί αυτός να ήτανε ρέμπελος τσαι να σβαρνιέτανε πο καπηλειό σε ταβέρνα, μα τα παιδιά του, δεν ήτανε μονάχα δικά του. Ήτανε τσαι του χωριού.
Έμαθα πο τους γονιούς μου, που τσ΄αυτοί γλυκό ψωμί δε φάγανε, πως δεν πάει μπουκιά κάτου, άμα το παιδί του γείτονα ποτσοιμηθεί νηστικό. Τσ΄έμαθα κόμα να μην καρτερού να πάρου πίσου το καλό που έκαμα, όχι γιατί δεν πρέπει, μα γιατί θα με καβαλικέψει η απογοήτεψη.
Σαν τέτοιες μέρες που κάνουνε τσαι τα σκολεία πάψη, μαζευόμαστανε να συνταιριάξομε ο καθένας την κουμπανία του, να πούμε τα κάλαντα. Έφιαξα τσ΄εγώ τη δικιά μου, ήμανε στην έχτη τάξη τσαι παράσταινα τον αρχηγό. Το σκέδιο ήτανε, να μην πάρομε τα σπίτια με τη σειρά, γειτονιά-γειτονιά, μα να πάμε πρώτα σε ¨ επιλεγμένους στόχους¨ που λένε σήμερα στην τελεόραση αυτοί που μπομπαρδίζουνε τους αλλουνούς, Σ΄αυτούς που ήτανε αρκουμένοι πο την Άθήνα τσαι δίνανε λεφτά στα παιδιά γιατί που να τονε βρούνε τον μπακλαή, τα μελομακάρουνα , τις δίπλες τσαι τις ασκάδες που μας δίνανε οι ντόπιοι. Τα συφωνήσαμε τσ΄όλας, που με τα λεφτά που θα μαζεύαμε, θα γοράζαμε ένα ζευγάρι παπούτσα του έρημου του Σταύρου, που τονε λέπαμε να φορεί κάτι τρούπια τσαι βγαίνανε τα δάχτυλα των ποδαριώνε του όξου, σαν το τσεφάλι της χελώνας πο το καβούκι της, όντες ξεθαρρεύει. Άμα περισέψουνε, είπαμε, θα γοράσομε μπίλιες πο του Κουτσόκωστα, να τις μοιραστούμε να παίξομε.
Τα πράματα πήγανε ρολόγι, όπως τα είχαμε σκεδιάσει, ο Γεννάδιος μας έδωσε ολάκερο τάληρο, ο Μπούρικας το ίδιο τσαι την άλλη μέρα, γραμμή στου Παππά, στο Αυλωνάρι να πάρομε τα παπούτσα του Σταύρου. Αυτός, αφού νόησε ότι δεν είναι κανενούς πο μας τα παπούτσα γιατί κανένας δεν είπε να τα μπροβάρει, μας έκοψε και δύο δραχμές, που είμαστανε καλά παιδιά μαθές τσαι μας πομείνανε να γοράσομε τσαι τις μπίλιες.
Φχαριστημένοι που είχαμε κάμει την καλή πράξη, πήραμε τις καινούριες τις γυαλιστερές μας τις μπίλιες, να βγούμε στο μαχαλά να παίξομε. Καμαρώναμε τσόλας που ο Σταύρος με τα ολοκαίνουρια του παπούτσα, προτίμησε τη δικιά μας κουμπανία να χαζέψει το παιχνίδι. Στεκότανε πο πάνου μας, τήραζε κατε που παγαίνανε οι μπίλιες, σκολίαζε τα σούγκας τσαι τα καψούλια τσ΄αφού δεν έπαιζε, δεν είχε μαθές μπίλιες, μας έκανε τσαι τον διαιτητή, αφού ο Τανάς, ούλο ζαβολίες ήτανε τσαι έστεκε στο νύχι για καβγά, έτοιμος να αρπαχτεί, αμα δε γενότανε το δικό του.
Κάθε λίγο τσαι λιγάτσι όμως, χανότανε τσαι πο μία μπίλια.Για να μη χάσομε χρόνο, βγάζαμε άλλη καινούργια πο την τσέπη, με σκοπό σαν βάλουνε οι μανάδες μας τις ρεκάλες να μας ψάχουνε τσαι τελέψει το παιχνίδι, θα ψάξομε να τις βρούμε. Γλήγορα χαθήκανε όμως, δε φτάνανε για να συνεχίσομε το παιχνίδι τσαι πονηρευτήκαμε που κάποια διαολιά είναι στη μέση. Άει να πάει ο νούς σου που τις κλέβει ο Σταύρος, που ψες μόλις του πήραμε τσαινούργια παπούτσα. Τσαι δεν ήτανε μονάχα αυτό. Κανένας δεν τονε είδε, όση ώρα παίζαμε να σκύψει τη μέση του, να κάμει βρε αδερφέ μία ματάνοια, που κάνουνε οι άθρωποι στους Χαιρετισμούς στην εκκλησά.
- Μπαααα!!! κάνει ο Βάτσης. Άλλος δεν ηρτε κοντά. Αυτός μας τις πήρε, αλλά πως τις πήρε!!
Σαν τονε είδε να πομακρίνεται μονά-μονά που νόησε ότι τονε υποπτευόμαστανε, σιγουρεύτηκε.
-Για έλα δω ρε συ!! του κάνει. Γιατί μας πήρες τις μπίλιες???
- Εγώ ρε?? Ψάχτε με.
Τον ψάξαμε. Πουθενά. Τσάμπα τονε πήραμε στο λαιμό μας.
Έκανε να φύγει τσ΄αυτό το ζούδιο ο Βάτσης, τονε παρατήρησε που σαν να κούτσαινε.
- Στάσου ρε, του φωνάζει. Για βγάλε το παπούτσι να δούμε???
Παραμαζεύτη κατε πέρα, αλλά ήτανε πολύ αργός για να μας ξεφύγει. Κάτι τονε μπόδιζε τσόλας να τρέξει.
Είχε ανοίξει, ρε παιδιά , μία τρούπα στη σόλα του καινούριου παπουτσού, πάγαινε πο πάνου πο τη μπίλια, τηνε πάταγε όρθιος όπως ήτανε τσαι σβάρναγε το ποδάρι στο χούμας κατεδώ-κατετσεί, μπρός -πίσου ίσαμε να χωθεί η μπίλια πο την τρούπα μέσα στο παπούτσι. Ακούς το ζουλάπι?? Τ΄ακού να λέεις!!
Στερνά μου λέεις, να καρτερείς την πλερωμή πο το καλό που ΄καμες.Για δαύτο η λαϊτσή σοφία πρόκαμε τσαι είπε ΄΄ κάμε το καλό και ρίχτο στο γυαλό΄΄ Για τον Σταύρο το είπε. Γιατί καμία φορά οι μπίλιες για το παιδί, είναι πιό χρειαζούμενες, πο ένα ζευγάρι ολοτσαίνουργια παπούτσα. 







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου