Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα .....



Νικηφόρου Λύτρα "Παιδικά κάλαντα" 


Γράφει ο κ. Γιώργος Μπαμπαλής  




Την προπαραμονη της πρωτοχρονιας με επισκεφθηκε ο συμμαθητης μου ο Σταυρος, που καθομασταν στο ιδιο θρανιο στο σχολειο. Ο Σταυρος εμενε στην άλλη ακρη του χωριου κοντα στο σχολειο. Επρεπε να καταστρωσουμε επιτελικο σχεδιο για τα αυριανα καλαντα. 
Ειχαμε σημαντικα θεματα να επιλυσουμε, γιατι τα Χριστουγεννα δεν τα ειχαμε παει καθολου καλα. Μαλιστα, όταν μαζευτηκαμε στην πλατεια του χωριου, όλα τα παιδια που ειπαμε τα καλαντα, ειμαστε από τα ζευγαρια, που ειχαμε τις χειροτερες εισπραξεις. Ο Σταυρος ερριξε το φταιξιμο σε μενα, γιατι δεν αρχισαμε να λεμε τα καλαντα πρωι πρωι, όπως οι περισσοτεροι. Όμως δεν εφταιγα εγω. Η μαννα μου ηταν εκεινη, που επεμενε να παω το πρωι στην εκκλησια για να κοινωνησω και ηταν ανενδοτη. Αποφασισαμε αυριο να ξεκινησουμε πολύ πρωι, μολις χαραξει και εγω συμφωνησα. Το δευτερο που επρεπε να συμφωνησουμε ηταν τα καλαντα που θα λεγαμε. Τα Χριστουγεννα δεν ειχαμε συνεννοηθει και στο πρωτο σπιτι που πηγαμε, στου παππου μου διπλα στο δικο μου, η γιαγια και ο παππους ακουγαν με εκπληξη και χαμογελο εμενα που εψαλλα το «καλην ημεραν αρχοντες» και τον Σταυρο, που ελεγε το «Χριστουγεννα, Πρωτουγεννα, πρωτη γιορτη του χρονου». Καταλαβα το σφαλμα μολις τελειωσα το δικο μου και ακουγα διπλα μου το Σταυρο να συνεχιζει γιατι δεν ειχε τελειωσει το δικο του. Μετα λεγαμε και οι δυο τα καλαντα του Σταυρου, γιατι αυτος δεν ειχε αποστηθισει το δικο μου, που το ειχαμε μαθει προσφατα στο σχολειο και δεν το ηξερε καλα. Για την πρωτοχρονια εγω προτεινα να λεμε το «εις αυτό το νεον ετος, βασιλεων εορτη…» που ηταν πιο μικρο και θα μπορουσαμε να περασουμε γρηγορα από όλα τα σπιτια, ο Σταυρος όμως επεμενε να πουμε το «Αρχιμηνια και αρχιχρονια και αρχη καλος μας χρονος». Ισχυρισθηκε μαλιστα ότι οσοι περισυ ελεγαν το Αρχιμηνια ειχαν περισσοτερες εισπραξεις από τους υπολοιπους. Με επεισε και του εκανα το χατηρι. 
Το τριτο θεμα ηταν ποιος θα κρατουσε τα λεφτα, ποιος θα ηταν κασα δηλαδη. Συμφωνησαμε να τα κρατω εγω στη δεξια μου τσεπη, με τον ορο ότι πριν την μοιρασια ο Σταυρος θα μου εψαχνε και την αριστερη. Μετα θα τα μοιραζαμε εξισου, ανεξαρτητα αν καποιος μας εδινε ξεχωριστα περισσοτερα. Άλλο θεμα που προεκυψε ηταν από ποια γειτονια θα αρχισουμε. Ο Σταυρος ηθελε να αρχισουμε από τη δικη του, μια και τα Χριστουγεννα αρχισαμε από τη δικη μου. Μαλιστα ειπε ότι η θεια του η Φωτεινη στην πρωτη δυαδα που πηγαινε, εδινε ολοκληρο ταλληρο και με επεισε. Στον μαχαλα παντως που ειχε τα φτωχικα σπιτια ομοφωνησαμε ότι θα πηγαιναμε τελευταια, γιατι δεν εδιναν κατι περισσοτερο από δεκαρες η δυαρες, αν εξαιρεσουμε το σπιτι του γραμματεα που τυχαινε να είναι εκει. Στα δικα μας σπιτια ξεκαθαρισαμε ότι θα τα λεγαμε χωρις αμοιβη. Τελος παντων αφου συμφωνησαμε σε ολες τις λεπτομερεις, γιατι ο Σταυρος ανησυχουσε πολύ για τις αυριανες εισπραξεις, χωρισαμε και εφυγε για το σπιτι του. Φευγοντας στο μισοσκοταδο, μου υπενθυμισε: αυριο, πρωι πρωι στο σπιτι μου.
Την άλλη μερα ημουν πολύ πρωι στο σπιτι του Σταυρου, αλλα μολις εφτασα, τον ακουσα να μου φωναζει θυμωμενα: αργησες, αργησες πολύ, μας προλαβαν αλλοι. Πραγματικα άλλη μια δυαδα στεκοταν εξω από την πορτα της θειας Φωτενης και ελεγε τα καλαντα. Το ταληρο το ειχαμε χασει, ειχε δικιο ο Σταυρος. Με την σειρα μας ειπαμε τα καλαντα στη θεια Φωτεινη και μαλιστα χωρις να τα μπερδεψουμε. Εδωσε στο Σταυρο ένα διφραγκο και σε μενα μια δραχμη. Μου ειπε ότι θα κρατησει τη μια δραχμη μια και αργησα, το βρηκα δικιο, αλλα περισσοτερο το εκανα για να ξεθυμωσει.
Συνεχισαμε στο δικο του σπιτι. Πριν να τα πουμε παντα φωναζαμε: «θεια να τα πουμε, θεια να τα πουμε», επαναλαμβανοντας το μαλιστα αρκετες φορες και μολις μας λεγανε : «να τα πειτε, να τα πειτε» αρχιζαμε. Αν δεν μας εδιναν την συγκαταθεση γνωριζαμε ότι δεν θα μας πληρωναν και φευγαμε. Εμενα παντως μου φανηκε πολύ παραξενο να ακουω το Σταυρο να φωναζει στη μαννα του, που ειχε βγει στην πορτα : «θεια να τα πουμε, θεια να τα πουμε» γιατι τελικα τι ητανε, μαννα του η θεια του;
Στο σπιτι του δασκαλου που ακολουθησε, βγηκε ο ιδιος ο δασκαλος να μας ακουσει χαμογελαστος. Μας εκανε εντυπωση, που βλεπαμε το δασκαλο με τις πυζαμες και όχι με το κουστουμι, όπως τον ειχαμε συνηθισει. Επι πλεον τον βλεπαμε από κοντα εκτος σχολειου, γιατι πρεπει να ξερετε, ότι όταν εβγαινε βολτα ο δασκαλος στους δρομους του χωριου, μολις τον βλεπαμε σταματουσαμε το παιχνιδι και τρεχαμε να κρυφτουμε στις γωνιες των σπιτιων για να μη μας δει. Αν μας εβλεπε και το θυμοταν την άλλη μερα, μας περιμενε η βεργα, ιδιως στην περιπτωση που μας επιανε και αδιαβαστους. Τωρα καθολου δεν φοβομασταν, μαλιστα η κυρα δασκαλισσα μας εδωσε και διφραγκο. Η συνηθισμενη αμοιβη για το τραγουδι μας ηταν μια δραχμη και για τους δυο μας. Αν μας εδιναν περισσοτερα ηταν επιτυχια, αν μας εδιναν λιγοτερα κατι γινοτανε, αν δεν μας ελεγαν «να τα πειτε», σκετη αποτυχια. Όλα αυτά όμως τα γνωριζαμε εκ των προτερων και ηταν αναμενομενα.
Η θεια Ρηνα μας εδωσε μας εδωσε μονο ένα πενηνταρακι και στην αρχη απαγοητευθηκαμε. Μας φιλεψε ομως από ένα μεγαλο κομματι μπακλαβα, το οποιο και φαγαμε με τα χερια, λεγοντας ταυτοχρονα «θεια χρονια πολλα». Τα σιροπια εσταζαν στο χωμα η και πανω στα ρουχα μας, αλλα ο μπακλαβας ηταν νοστιμοτατος και δεν μας ενοιαζε. Αυριο γιορταζε ο μπαρμπα Βασιλης ο αντρας της και ειπαμε την ευχη που λεγαμε, όταν στις ονομαστικες εορτες τα παιδια τρεχαμε από σπιτι σε σπιτι, για να μας κερασουν γλυκο για τον εορταζομενο: «θεια χρονια πολλα».
Στο μπακαλικο του κυρ Βασιλη δεν προλαβαμε να μπουμε και μας προφθασε: «πεστε τα, πεστε τα». Ο ιδιος εμεινε σκυμενος πισω από τον παγκο και φυλλογυριζε τα καταστιχα του. Δεν γυρισε καθολου να μας κοιταξει που λεγαμε τα καλαντα αναμεσα στα σακκια με τα φασολια, το ρυζι και το πιτουρο. Μεγαλωνοντας καταλαβα ότι εκανε ταμειο με τα βερεσεδια του χρονου, για να τα ζητησει από αυτους που του χρωστουσαν. Μολις τελειωσαμε μας εδωσε από ένα πενηνταρακι στον καθενα ξεχωριστα. Το ιδιο ειχε κανει και τα Χριστουγεννα. Πενηνταρακια ειχε δωσει και σε όλα τα παιδια που ειχαν περασει από το μαγαζι, το ιδιο εκανε και περσι και προπερσι. Καταλαβαμε ότι ο μπεζαχτας του ηταν γεματος πενηνταρακια.
Ο άλλος μπακαλης, ο Λευτερης στην αρχη δεν ηθελε να τα πουμε. Στα παρακαλια και στην επιμονη μας όμως αποφασισε να υποχωρησει, ιδιως αμα συμφωνουσαμε να μας πληρωσει από ένα μπαλονι, από αυτά τα πιο φθηνα, και μονο αν λεγαμε το « Αγιος Βασιλης ερχεται». Εμεις ετσι και αλλιως αυτό λεγαμε και μετα από λιγο φουσκωναμε τα μπαλονια μας. Μπηκαμε στο μεγαλο καφενειο. Από εκει μας εδιωξαν και δεν τα ειπαμε. Ειχε αρκετους πελατες που επαιζαν χαρτια για το καλο του χρονου και δεν επρεπε να τους ενοχλησουμε. Αντιθετα στα μικρο καφενειο ο καφετζης εδωσε αμεσως την συγκαταθεση του και μαλιστα μας πληρωσε από την πρωτη στροφη, λεγοντας αυτος αντι για μας «και του χρονου και του χρονου»
Ο Αμερικανος μας ικανοποιησε. Μας εδωσε από ένα διφραγκο στον καθενα και μας κρατησε καμποση ωρα ρωτωντας μας ποιανου ημασταν, τι ταξη παμε και ένα σωρο αλλα, που απαντουσαμε μονολεκτικα, γιατι βιαζομασταν να φυγουμε, να παμε αλλου. Να, στο διπλανο σπιτι, ο Μιμης ένα παιδι πολύ μεγαλυτερο από μας, εκλεινε την εξωπορτα και εφευγε. Τρεχοντας του φωναζαμε: «θεια να τα πουμε, θεια να τα πουμε»; Γυρισε μας κοιταξε, ο Μιμης συνεχεια γελουσε από το πρωι ως το βραδυ, και φευγοντας μας ειπε: «πεστε τα, πεστε τα»,το σπιτι εδώ είναι. Ξεραμε ότι μας κοροιδευε, όπως το συνηθιζε. Αν στο σπιτι δεν ηταν κανενας γιατι να τα λεγαμε; Σηκωθηκαμε και φυγαμε.
Ο Γρηγορακης όμως, καλοκαγαθος γεροντας καθοταν διπλα στην ξυλινη σομπα και φαινοταν από το παραθυρο. Διπλα στη εξωπορτα στεκοταν δεμενος ο γηραλεος και ομωνυμος γαιδαρος του. Στις φωνες μας «θεια να τα πουμε, θεια να τα πουμε»; δεν απαντησε καθολου. Του χτυπησαμε αρκετες φορες την πορτα ωσπου να μας ανοιξει. «πεστε τα, πεστε τα», μας ειπε, αλλα λιγακι δυνατα δεν ακουω καλα. Τα ειπαμε οσο δυνατωτερα μπορουσαμε. Ο Σταυρος μαλιστα ηταν και αρκετα βροντοφωνος και ακουγοταν σε ολη τη γειτονια. Και εκει που κοντευαμε να τελειωσουμε, αρχισε να γκαριζει και ο γαιδαρος, προφανως νομιζοντας ότι γινεται διαγωνισμος βροντοφωνιας, και μη θελοντας να χασει τα πρωτεια μας ακολουθησε ως το τελος. 
Ειχε πια φτασει μεσημερι και ειχαμε από όλα σχεδον τα σπιτια του χωριου. Σε λιγα μονο ειχαμε αποτυχει. Ηδη η δεξια τσεπη μου ειχε αρχισει να βαραινει από τα πολλα κερματα. Ειπα στο Σταυρο να βαλω μερικα και στην αριστερη και δεν συμφωνησε παρα μονο όταν του ειπα ότι κινδυνευε να τρυπησει και να τα χασουμε. Μας εμενε τωρα μονο ο μαχαλας με τα φτωχικα σπιτια. Πηγαμε πρωτα στο σπιτι του γραμματεα. Μας ανοιξαν και τα ειπαμε με καλη αμοιβη. Προχωρωντας παρακατω ηταν το καλυβι του Κουραπα. Η Ζωη η γυναικα του, αδυνατη, ζαρωμενη, μαυροφορεμενη, με την χιλιομπαλωμενη ποδια της και το τσεμπερι στο κεφαλι στεκοταν εξω και μας παρακολουθουσε. Σπανια τα παιδια επιχειρουσαν να πουν τα καλαντα στο σπιτι της Ζωης. Η απαντηση της στο «θεια να τα πουμε, θεια να τα πουμε»; ηταν σχεδον παντα αρνητικη. Μια φορα, παλαιοτερα, που ειχε επιτρεψει να τα πουνε, εδωσε μολις μια δυαρα και για τα δυο παιδια. Σιγα σιγα απευφευγαν και την στερεοτυπη ερωτηση. Ισως ειχαν χρονια να πουνε τα καλαντα σε εκεινο το καλυβι. Ο Σταυρος γυρισε και με ρωτησε: να τις τα πουμε; να της τα πουμε, απαντησα. «θεια να τα πουμε, θεια να τα πουμε»; φωναξαμε, περιμενοντας αρνητικη απαντηση. «πεστε τα, πεστε τα», μας ειπε η Ζωη. Παραξενευτηκαμε και αρχισαμε το τραγουδι. Εβλεπα μια αγαλλιαση να απλωνεται στο σκαμμενο και πονεμενο προσωπο της Ζωης. Επαψε να είναι η φτωχη γυναικα και μεταμορφωνοτανε σε μια αρχοντισσα αγερωχη, υπερηφανη. Αυτή την εντυπωση μου εδινε η εκφραση του προσωπου της. «και του χρονου»,ειπαμε τελειωνοντας. Αναγκαστηκαμε να το επαναλαβουμε δυο φορες, γιατι μας κοιταζε παραξενα. Φανηκε σαν να ξυπναει, να ερχεται από μακρια. Εφερε τα χερια της στην ακρη του μαντηλιου της, οπου διαπιστωσαμε ότι υπηρχε ένα μικρο κομποδεμα και σε λιγο μερικα κερματα βρισκονταν μεσα στη χουφτα της. Περιμεναμε να μας δωσει μια δυο δεκαρες. Κατι ηταν και αυτές. Θα μας χρησιμευαν το βραδυ να παιξουμε «παρτα όλα». Επιασε ένα ταληρο, το μοναδικο που ειχε και μου το προτεινε μεγαλοπρεπα. Παρτο μου ειπε, ναστε καλα, και του χρονου. Ξαφνιαστηκα, το πηρα στα χερια μου ασυναισθητα και το κοιταξα. Όχι θεια της ειπα, είναι πολλα, δεν το παιρνω. Παρτο μου ξαναειπε, είναι δικο σας. Όχι θεια της ειπα, όχι εισαι φτωχη! και αφησα το ταληρο στο περβαζι του παραθυρου, γιατι δεν το επαιρνε. την ειδα να μαραινεται αποτομα. Δεν ειχε πια αγερωχο βλεμμα. Τα ματια της γεμισαν από θλιψη, από πικρα, από απογοητευση. Το σωμα της μαζευτηκε, γερασε περισσοτερο. Δεν ηταν πια η αρχοντισσα, που βλεπαμε προηγουμενα. Γυρισα και εφυγα, χωρις να πω τιποτα, με ένα ανεξηγητο βαρος μεσα μου. Ο Σταυρος με ακολουθησε. Εγω θα παρω άλλες δυομισυ δραχμες περισσοτερο, μου ειπε. Ηταν λαθος σου να μην παρεις το ταληρο. Ανασηκωσα τους ωμους μου, χωρις να πω τιποτα. Καθησαμε λιγο πιο περα να κανουμε τη μοιρασια. Κανενας μας δεν ηθελε να παμε στα λιγα σπιτια, που ειχαν απομεινει. Ο Σταυρος από μονος του αδειασε τις τσεπες μου, εκανε την μοιρασια, κρατησε και τις τρισημισυ δραχμες παραπανω που δικαιουτανε, μου εδωσε τα υπολοιπα και εφυγε λεγοντας: ηταν λαθος σου, που δεν πηρες το ταληρο.
Στο σπιτι της Ζωης δεν ξαναειπε ποτε κανενας τα καλαντα. Μερικες φορες ακουγοντας τα ακομα και σημερα, μου ερχεται η αναμνηση της μεταμορφωσης της Ζωης σε αρχοντισσα και μετα την επαναφορα της στην μια πραγματικοτητα χειροτερη από την προηγουμενη. Αθελα μου ειχα σκοτωσει ένα ονειρο, ισως και μια ψυχη. Ο Σταυρος αλλωστε μου το ειχε πει: ηταν λαθος σου, που δεν πηρες το ταληρο!

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!



1 σχόλιο:

  1. ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ φίλη μου με υγεία,αγάπη,ευτυχία,ανθρωπιά και αισιοδοξία σε όλο το κόσμο.
    Να έχουμε ως οδηγό τις αρχές και τις αξίες μας και να παλεύουμε για μια καλύτερη ζωή,για ένα καλύτερο κόσμο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή