Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Το παραμύθι της γιαγιάς Σταυρούλας


Από την κ. Ολυμπία Βογιατζή - Αγιος Ιωάννης Αλιβερίου
Το παραμύθι όπως ακριβώς τόλεγε η γιαγιά μου η Σταυρούλα η Αντωνάκαινα





Ο Γιάννης και η Μαρία

Μια φορά τσαι ένα καιρό ήτανε ένας άντρας τσαι μια γεναίκα τσαι είχανε μια κόρη που τη λέγανε Μαρία.. Όταν έφτασε η ώρα να παντρευτεί τη γύρεψε ένα καλό παιδί, που το λέγανε Γιάννη. Στα ρεβωνιάσματα τσει που τρώγανε τελείωτσε το κρασί τσαι είπε ο πατέρας στη Μαρία.
-Δε πας Μαρία στο κατώγι να φέρεις κρασί; Άντε να ευχηθούμε τα καλορίζικα!
Πήρε η Μαρία το μαστροπά τσαι κατέβηκε στο κατώγι. Η ώρα πέρναγε μα η Μαρία άφαντη. Δε φαινέτανε πουθενά. Άσε που κρύωνε το φαϊ.
-Πάω να δω είπε η μάνα της γιατί αργεί το παιδί. Κατέβηκε στο κατώγι τσαι τι να δει! Η Μαρία καθέτανε χάμω, έκλαιγε με μαύρο δάκρυ τσαι το κρασί χυνέτανε.
-Τι έχεις Μαρία μου γιατί κλαις τηνε ρώτηξε.
-Άχου μάνα μου, στραβή είσαι ; Δε λέπεις το τσεκούρι που ναι κρεμασμένο πάνω πο το βαρέλι; Άχου μάνα μου, αν κάναμε με το Γιάννη ένα παιδί τσαι το στέλναμε να φέρει κρασί τσαι πετε το τσεκούρι τσαι το σκότωνε; Τι θα κάναμε οι καψεροί μάνα μου;
Δε πρόλαβε να ποσώσει τα λόγια της τσαι άρχισε να ρεκάζει τσαι η μάνα της. Κάθησε χάμω τσαι κλαίγανε παραμπέρι.
Ο πατέρας στεναχουρεύτηκε που αργούσανε οι γυναίκες.
-Γιάννη παιδί μου, κάτσε να πα να δω τι τρέχει τσαι θα γυρίσω αμέσως.
Μόλις κατέβηκε τις είδε να κλαίνε τσαι τις ρώτηξε.
-Μπα σε καλό σας τι πάθατε τσαι κλαίτε στα καλά καθούμενα;
-Άχου άντρα μου, δε λέπεις το τσεκούρι πο πάνω πο το βαρέλι; Αν η Μαρία μας έκανε ένα παιδί τσαι το στέλναμε να φέρει κρασί τσαι πετε το τσεκούρι τσαι μας το σκότωνε, τι θα κάναμε οι καψεροί άντρα μου;
Μόλις τ΄ άκουσε ο πατέρας κάθισε τσαι τούνος χάμω τσ’ έκλαιγε μαζί τους.
Ο Γιάννης στεναχουρεύτηκε τσαι κατέβηκε ο μαύρος να δει τι συμβαίνει. Τους είδε αγκαλιασμένους να κλαίνε τσαι το κρασί να τρέχει ποτάμι του σκοτωμού.
-Μωρέ τι πάθατε ούλοι σας τσαι κλαίτε ρώτηξε τσαι έκλεισε τη κάνουλα πο το βαρέλι.
-Άχου Γιάννη μου, μίλητσε η Μαρία, αν είχαμε ένα παιδί, το στέλναμε να φέρει κρασί τσαι πετε το τσεκούρι τσαι το σκότωνε, τι θα κάναμε οι μαυροσάρηδες Γιάννη μου;
-Να τι θα κάνατε είπε ο Γιάννης. Έπιασε το τσεκούρι, το ξεκρέμασε πο το καρφί τσαι το έβαλε πίσω πο το βαρέλι.
-Ακούστε, τους είπε. Θα πάω ένα ταξίδι. Άμα βρω άλλους τρεις μουρλούς, θα γυρίσω πίσω να παντρευτώ τη Μαρία. Άνι όμως δε βρω, μη με περιμένετε. Να της δώσετε άλλονε.
Ξεκίνησε ο Γιάννης και περβάταγε μέχρι το βράδυ. Σταμάτησε σ΄ ένα χωριό τσαι πήγε σε ένα χάνι να τσοιμηθεί. Το χωριό είχε πανηγύρι τσαι άδειο δωμάτιο δε βρήκε. Τονε βάλανε μαζί με άλλονε. Το πρωί ξύπνησε από ένα θόρυβο. Άνοιξε τα μάτια τσαι τι να δει. Ο άλλος είχε κρεμάσει το παντελόνι σε μια καρέκλα, έπαιρνε παραμάζεμα τσαι σάλταγε να μπει μέσα στο παντελόνι.
-Τι κάνεις ρε Χριστιανέ μου;
-Δε λέπεις; Θέλω να φορέσω το παντελόνι μου.
-Α μαύρε κουτρούλη. Στα χέρια το πιάνουνε τσαι το φορούνε τσαι του έδειξε πως. Μετά κούνησε το τσεφάλι, πλήρωσε τσαι έφυγε.
Το μεσημέρι έφτασε σε ένα χωριό. Καθώς περβάταγε, είδε σε ένα σπίτι μια γεναίκα ανεβασμένη στη σκεπή να τραβάει ένα σκοινί που ήτανε δεμένη μια γελάδα. Ντε, ντε της φώναζε τσαι δώστου τη τράβαγε να τηνε ανεβάσει στα κεραμίδια.
-Τι κάνεις του χάμω της φώναξε, θα το πνίξεις το ζο.
-Θέλω να το ταϊσω, του είπε.
Δίνει ένα σάλτο, ανεβαίνει τσαι τούνος στα τσεραμίδια. Μάνι – μάνι ξερίζωσε μερικά χερόβολα χορτάρι τσαι το πέταξε καταγής, μπροστά στη γελάδα.
-Έτσι ταϊζουνε τη γελάδα κυρά μου της είπε τσαι έφυγε σκεφτικός.
Τονε πήρε το βράδυ όταν έφτασε σε ένα άλλο χωριό και έψαχε να βρει κάπου να ξημερώσει. Περβάταγε στους δρόμους δεν άκουγε τσιμουδιά και ψυχή δε φαινέτανε πουθενά.
-Περίεργο είπε. Δε ζούνε άνθρωποι δω χάμω; Πήγε παραπέρα, τίποτες. Είναι κανείς εδώ; Φώναζε. Απόκριση δεν έπαιρνε. Κάποια στιγμή, έφτασε έξω πο το χωριό. Είδε κόσμο μαζεμένο τσαι άκουσε κλάματα. Ζύγωσε κοντά τσαι τι να δει. Ούλοι τούνοι, γύρω πο ένα πηγάδι, κρατάγανε κουβάδες, τους ρίχνανε μέσα, τους γεμίζανε νερό τσαι το αδειάζανε χάμω. Τσαι δώστου πάλι απ την αρχή και δώστου κλάματα και ρεκάρες.
-Τι κάνετε δω μαζεμένοι τσαι κλαίτε;
-Άσε μας ρε άνθρωπε στον πόνο μας. Δε λέπεις τι γίνεται; Έπεσε το φεγγάρι στο πηγάδι τσαι πνίγεται τσαι θέλουμε να το σώσουμε.
-Ρε είστε τελείως μουρλοί; Το φεγγάρι είναι ψηλά στον ουρανό, για τηράχτε πάνω. Τούνος είναι ο ίσκιος του.
-Το γλυτώσαμε το φεγγάρι, άρχισαν να φωνάζουν ούλοι μαζί τσαι πιάσανε το χορό.
Ο Γιάννης κούνησε πάνω κάτω το τσεφάλι του τσ’ έφυγε.
Γύρισε πίσω στο χωριό της Μαρίας τσαι παντρευτήκανε.
Έτσι ζήσανε αυτοί καλά τσαι εμείς καλύτερα.





1 σχόλιο: