Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Εικόνες από τη ζωή στο χωριό : Το γήτεμα ..μέρος 1ο

Με το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα της Καρυστίας
(Αλιβερίου - Κύμης - Καρύστου)

Γράφει και διηγείται ο κ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΜΟΥΝΤΡΙΧΑΣ




Ο Χωραφιάρης, ο κόρακας, θάτανε δεν θάτανε παντρεμένος πεντέξε μήνες με την Παναγιού. Τσειδά που τον είχε πάρει η χαρά πο τα ποδάρια μαθές, καλά του καθουμένου, έβγαλε ένα ανεμοπύρωμα, μπροστά, καταμπροστά στην ξερή του, με το συμπάθιο.
Πρέπει να είτανε πο Θεούθες, μία και του λόγου του, ταχτικά Σάββατο παρά Σάββατο, μπανιαριζότανε στη σκαφίδα και συνάλλαζε ξύλου πάτου.Το πιο άσκημο πο ούλα, ήτανε πως για ξόρκια και γητέματα, μονάχα ο πεθερός του ο Τραντάφυλλος, ήτανε ξαργουτάρης και επιτήδιος. Ντράπηκε ο δόλιος να πάει πο μίας αρχής να το πεί και πίσου- παραπίσου, ήρτε και τονε κακοφόρμισε. Τούμπανο του γενήκανε του φουκαρά, χώρια που παραμπέλαξε πο τους πόνους. 
Αφού τονε καταλυπήθη η έρημη η Παναγιού και πήγε και άναψε τα καντήλια στο Μαναστήρι στο Μπερνάγι. 
-"Χριστέ μου, Παναγίτσα μου, Άγιε μου Γιώργη, περικάλεσε γονατιστή, μαζοχτείτε ούλοι μαζί και κάντε το θάμα σας. Πάρτε πο τον άθρωπό μου τον πόνο και αφήστε του τολάιστο το πρήξιμο". Σου λέει η γεναίκα, κάνομε που κάνομε την παράκληση και ο άθρωπος να ανακουφιστεί, νάχου και γω ένα όφελος. Της ήρτε προς ώρας στο νου, να πάει να κρεμάσει κι αυτή ένα τάμα στην εικόνα, όπως έκανε και η Γάτζαινα όντες έσκασε ο δυναμίτης στα χέρια του Κωσταντή και τονε μισέρεψε, αλλά η Παρασευγή κρέμασε χέρι, αυτή τι στο διάλο θα κρέμαγε;
Οι μέρες όμως περνάγανε και αντίς για καλύτερα, η δουλειά πάγαινε πο το κακό στο χερότερο. Άφησε ο στρίγλος ο Χωραφιάρης την ντροπή στην πάντα και έριξε τα μούτρα του στον πεθερό του.
-Πατέρα, του κάνει, έχου βγάλει ένα αυτό στην απαυτή μου και ήρτα να μου το ποκεινέψεις.
-Ω Γιακουμή, είσαι του μερού σου, τι κουβέντες μου κρένεις παιδί μου; Μίλα παστρικά να καταλάβου τι γυρεύεις ή μπάς και σου ήρτε κανένας ταμπλάς;
- Ντρέπομαι.
- Βάλε το κόσκινο.
-Το και το , του λέει με το νι και με το σίγμα και ήτανε γενουμένος παπαρούνα ο καψερός.
- Πές το χρυσόστομε και με έσκασες. Αυτό δα ήτανε και κάνεις σαν την παλιόγιδα που αναχαράζει; Σιγά τα αβγά. Αυτά καημένε τα παίζομε στο μικρό μας το δαχτυλάκι.
Ένα κι ένα, χουνήθη να βγάλει τα σύνεργα. Αγιασμό, ένα κούτσουρο, μία μαχαίρα, κάτι χρωματιστές κλουστές και ούλα τα συμπράγκαλα της τέχνης του.
- Κάνει την ξεματιάστρα και η μαμή. Δεν της στρέχει όμως ούλες τις βολές. Άμα είναι παλιό το μάτι, δεν μπορεί να το ξορκίσει. Εγώωω είμαι μάστορας καημένεεεε, κοκορευότανε ο Τριαντάφυλλος.
- Μάστορας είναι και της γίδας ο κώλος, που κάνει τις κακαράντζες κομπολόγι, μουρμούριζε πο μέσα του ο Χωραφιάρης.
- Άει ω Γιακουμή, τι καμαρώνεις σαν το γαϊδούρι που θέλει να κλάσει. Βγάλτηνε και κούμπα τη στο κούτσουρο.

- Κούτσουρο και δεμάτι να γενείς. Κανόνισε μαυλίστρη να μας μουνουχίσεις κιόλας, έλεγε πο μέσα του. Γρίνιαζε, αλλά την έβγαλε και κακά και μαύρα. 
Ο Τραντάφυλλος, βαρδάλιζε πο μέσα του κάμποση ώρα. "Στα όρη στα ψηλά βουνά, στης θάλασσαςς τον πάτο" και κάτι ακαταλαβίστικα, έφτυνε πο τρείς φορές πότε κατε δω πότε κατε κει. 
Ύπνος κόντεψε να τονε πάρει τον φουκαρά τον Χωραφιάρη. Κανιαρίξανε τα μάτια του. Γάνιαξε χριστιανοί μου. Τσειδά που λαγοκοιμότανε ξενιασμένος και φραγκαζότανε, μπάς και πάρει τίποτες λόγια, γκάαααπ, σκάει μία με την μαχαίρα ο Τραντάφυλλος στο κούτσουρο. Πετάχτη ο μαύρος στο ταβάνι. 
-Ρε σεις παιδιά, παρά μία γρουνότριχα, που λέει ο λόγος. Ξόψις του πέρασε.
-Σώπαινε γιόκα μου. Πομόνεψε λιγάτσι. Ρε βλακέντιε, αφού είμαι πεθερός σου, στηνε κόβου εγώ; Τι θα τηνε κάνου στερνά την θυγατέρα μου, στο τραγί θα τηνε παγαίνου;....
Έδωσε ο Θεός και ποσώθη το γήτεμα. Ο Γιακουμής, πολέμαγε να συμμαζώξει τα βρακιά του και φχαριστούσε πο μέσα του όποιον άγιο του ρκότανε στο νου, που το τρεμάμενο χέρι του γερο-Τραντάφυλλου δεν ξάφηγε μερικούς πόντους κατε δώ, να παραστάίνει στερνά το γιουσουφάκι. 
Τσειδά που στημαρευότανε, παίρνει που λέτε το μάτι του την πεθερά του τη Μαριγώ, να κρυφοκοιτάζει, με μάτια γουρλωμένα, πο τη χαραμάδα της πόρτας. Δεν σκέφτη, ότι έκανε πο τα χτές την άρρωστη και ήτανε πομειμένη στο σπίτι, παρασταίνοντας τη λεχώνα. 
Να δεις που ξαργού άφησε ανάκουφα την πόρτα, σκέφτηκε ο Γιακουμής. Πίσου μου σ' έχου σατανά....Ρε τέτοιο γούρλωμα, τέτοια πεθυμιά ζωγραφισμένη στα μάτια της; Λέεις να είναι σωστές οι κουβέντες που ακούγονται δεξά-ζερβά στο χωριό; Λέεις τα κουτσομπολιά να μην είναι κουτσομπολιά και η ρουφιάνα να το παγαίνει το γράμμα; είπε μέσα του.

Δω χάμου που τα λέμε, την Μαριγώ, την είχανε δοσμένη στον Τραντάφυλλο πο δεκατεσσάρου χρονού. Του λόγου του, θα είχε πατημένα τα σαράντα όντες γύρισε πο την Αουστράλια, ξαργού για να παντρευτεί. Όχι πως τον λυμπίστηκε για άντρα, αλλά σάματις τηνε ρώτησε κανένας; Πο το γάμο της και στερνά, ούλο νάζα και καμώματα ήτανε. Ούλο μισοάρρωστη και ούλο "μη μου άφτου". Α μπααα, θα τηνε είχε βαρήσει η στέρηση στο κεφάλι και έκανε τόσους θεατρινισμούς. Ο Τραντάφυλλος, έχασε την υπομονή του με δαυτηνε. Δεν ήξερε τι να πιστέψει. Μία δόση, σαν πήρε πόνο το αυτί της και ρέκαζε πο τους πόνους, τα χρειάστηκε. Σαν φέρανε και τον Κλεάνθη το γιατρό, αφού τα ξόρκια δεν πιάνανε και είπε πως έχει πιάσει πύο, τα σούρωσε. Το Ψυχοσάββατο, έπιασε τον παπα-Τέτα και του λέει απαγοητεμένος. 
-Παπά μου γράφτηνε και τη Μαριγώ στο συχωροχάρτι. Α μπα, δεν έχει σωμό. Ήτανε που ήτανε, κουφοβρώμησε κιόλας τ αυτί της, πάει μετά των άλλων μου φαίνεται" είπε ο Τραντάφυλλος του παπά.
Στο μεταξύ του Τραντάφυλλου τούρτε ταμπλάς και συχωρέθηκε. Κι η Μαριγώ κόμα, σαν νύφη πο Δευτέρα στεκότανε. ....

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ .....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου